Showing posts with label Literature. Show all posts
Showing posts with label Literature. Show all posts

Sunday, November 11, 2012

"Cat in the Rain" | Ernest Hemingway

...George looked up and saw the back of her neck,
clipped close like a boy’s.
‘I like it the way it is.’
‘I get so tired of it,’ she said. ‘I get so tired of looking like a boy.’
George shifted his position in the bed. He hadn’t looked away from her since she started to speak.
‘You look pretty darn nice,’ he said.
She laid the mirror down on the dresser and went over to the window and looked out. It was getting dark.
‘I want to pull my hair back tight and smooth and make a big knot at the back that I can feel,’ she said. ‘I want to have a kitty to sit on my lap and purr when I
stroke her.’
‘Yeah?’ George said from the bed.
‘And I want to eat at a table with my own silver and I want candles. And I want it to be spring and I want to brush my hair out in front of a mirror and I want a kitty
and I want some new clothes.’
‘Oh, shut up and get something to read,’ George said.
He was reading again. His wife was looking out of the window. It was quite
dark now and still raining in the palm trees.
‘Anyway, I want a cat,’ she said, ‘I want a cat. I want a cat now. If I can’t have long hair or any fun, I can have a cat.’ George was not listening...

(Ernest Hemingway, The Essential Hemingway, "Cat in the Rain", pg 357-60)

Monday, February 20, 2012

Κατερίνα Έσσλιν

Στο δρόμο προς το σπίτι
ήθελα τόσο να σε δω, που ρώτησα
μια περαστική κυρία αν ήσουν εσύ.
Μου είπε πως όχι - πως ήταν απλά
μια περαστική κυρία. Θέλω τόσο
πολύ να σ' έχω δει (να σ΄ έχω μόλις δει),
να ήσουν ο περιπτεράς, η αδεσποτη γάτα.
Δεν ήσουν.

Friday, February 17, 2012

Γρηγόριος Ξενόπουλος | Η Διάπλασις των Παίδων

«Πόσες φορές δεν άκουγα τη μικρή Χιονία να τσιρίζη σπαραχτικά, επειδή ένας απρόσεχτος της πάτησε το πόδι ή την ουρά! Μια μέρα ο μικρός υπηρέτης την πάτησε (το κτήνος!) και στη ράχη, που λίγο έλειψε να τη λειώση. Ευτυχώς δεν της έσκασε κανένα κόκκαλο κι’ ύστερα από αδιαθεσία λίγων ημερών, η γατίτσα ξανάρχισε τα παιχνίδια της σαν πρώτα. Σοβαρώτερο ήταν ένα εν’ άλλο πάθημα. Η κόρη μου η Κάκια ζωγράφιζε τότε, και, κατά την συνήθεια των ζωγράφων, σκούπιζε τις μπογιές της με ψύχες ψωμί. Η Χιονία τρύπωσε κάποτε στο ατελιέ, βρήκε αυτές τις λερωμένες ψύχες, τής μύρισε το λάδι, τις βρήκε του γούστου της και... τις μοσχόφαγε. Σε λίγο φάνηκαν όλα τα συμπτώματα της δηλητηριάσεως. Το σπίτι αναστατώθηκε, κράχθηκε ο γιατρός, άρχισαν τα αντίδοτα. Δυο μέρες χαροπάλεψε η δύστυχη, κι εκείνο που με πίκρανε ακόμα περισσότερο, ήταν που δεν με ήθελε κοντά της να της γλυκαίνω τους πόνους.»

Friday, January 13, 2012

Ιστορία μιας γάτας | Εμμανουήλ Ροΐδης

Αν εξαιρέσωμεν τους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους, δεν πιστεύω να υπάρχωσιν άλλα επί γης πλάσματα όσον οι γάτοι συκοφαντηθέντα. Ως κατά πρόληψιν και κατά παράδοσιν κηρύττονται δεισιδαίμονες, οπτασιασταί, μυθολόγοι και ονειροπλέκται ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, ο Πρόκλος και ο Πλωτίνος, ούτω κακίζεται και πας γάτος ως δόλιος, άπιστος, αχάριστος και ανίκανος άλλον παρά τον εαυτόν του ν' αγαπήση. Και ως εις τα λεγόμενα ονείρατα των νεοπλατωνικών αντιτάσσεται η ασφαλής επιστήμη του Αριστοτέλους, ούτω και εις του γάτου την κακίαν αι πάντοιαι του σκύλλου αρεταί. Εις προγενέστερον έργον μου επροσπάθησα ν' αποδείξω το ιστορικώς ασύστατον της τοιαύτης περί των Αλεξανδρινών γνώμης και, προ πάντων, πόσον είναι άδικος η προς άλληλα σύγκρισις δύο πραγμάτων όλως ανομοίων, οία η εμπειρία του Σταγειρίτου προς το υπερούσιον πτερύγισμα της νεοπλατωνικής διανοίας1. Τούτο είναι περίπου το αυτό ως αν υπετιμάτο εν συγκρίσει προς την πέρδικα, ως μη φαγώσιμος, η αηδών. Καθ' όμοιον τρόπον κατηγορείται και ο γάτος ότι δεν γλείφει τας χείρας του κυρίου όταν ούτος τον δέρη, ότι δεν τρέχει άμα τον καλέση, ουδέ στέργει να φανή χρήσιμος κυνηγών διά λογαριασμόν του, φυλάσσων τα πρόβατά του, στρέφων επί της πυράς τον οβελόν και προπορευόμενος με φανάριον εις το στόμα, ή καν να τον διασκέδαση υπερπηδών ράβδους ή ορθούμενος εκ των οπισθίων ποδών. Ταύτα είναι ακριβέστατα. Ουδείς ποτέ ούτε δι' αμοιβής ούτε διά ραβδισμών κατώρθωσε να επιβάλη εις γάτον να πράξη όσα πράττουσιν οι σκύλλοι, οι δούλοι και οι γελωτοποιοί. Αλλ' οι τοιαύτα παρ' αυτού απαιτούντες λησμονούσιν, ως φαίνεται, ότι εκ των συνοίκων μας ζώων μόνον ούτος ανήκει εις το βασιλικόν γένος των αιλουροειδών (filins)· ότι είναι πρωτεξάδελφος της τίγρεως, του πάνθηρος και του λέοντος, και άμεσος απόγονος του αιλούρου και του λυγκέως· ότι έχει, ως εκείνοι, οφθαλμούς λάμποντας εις το σκότος και γνώρισμα της ευγενείας του οξείς όνυχας συσταλτούς. Ουδέ φαίνονται κάλλιον της φυσιολογίας μελετήσαντες την ιστορίαν. Εκ ταύτης θα εμάνθανον ότι κατά τους αρχαίους εκείνους χρόνους, ότε εθεοποιείτο το κάλλος του σώματος και το σθένος της ψυχής, πλειστάκις ηξιώθη ο γάτος θείων τιμών. Οι Αιγύπτιοι τον ελάτρευσαν ως Απόλλωνα υπό το σχήμα γαιοκεφάλου νεανίσκου και την γάταν ως θεάν του έρωτος και του κάλλους. Η ευμορφία τω όντι των γυναικών εξετιμάτο παρ' αυτών κατ' ακριβή αναλογίαν της ομοιότητος προς τα αιλουροειδή, του σπινθηρισμού των οφθαλμών, της λειότητος του δέρματος, του ροδίνου χρώματος των ρωθώνων, της ελαφρότητος του πατήματος, της χάριτος και της ευκινησίας. Προς κατάκτησιν τοιούτων προσόντων αφιερούντο, κατά τον Διόδωρον, νηπιόθεν αι κορασίδες εις την θεάν Γαλήν, διά της αναρτήσεως εις τον τράχηλον μεταλλίου φέροντος την εικόνα της Αιγυπτίας Αφροδίτης, κατά δε τον Διόδωρον, οσάκις απέθνησκεν εντός αιγυπτιακής οικίας γαλή, έκοπτον οι κάτοικοι εις ένδειξιν πένθους την κόμην. Μετά τους Αιγυπτίους ελάτρευσαν οι Άραβες εις τους αυτούς τόπους το είδωλον τουΧρυσού Γάτου, ουδ' έπαυσαν μετά την αποκάλυψιν του ενός Θεού να τον κηρύττωσι το κάλλιστον μετά τον άνθρωπον δημιούργημα, αντιτάσσοντες αυτόν ως σύμβολον καθαριότητος και ευγενείας εις τα λοιπά ζώα και μάλιστα τον σκύλλον. Αλλά την αληθή αυτού υπεροχήν φαίνονται κατανοήσαντες κάλλιον παντός άλλου λαού οι κατακτηταί του αρχαίου κόσμου Σουηδοί και Βανδήλοι, οι αναγράψαντες εις τας πολεμικάς αυτών σημαίας το ομοίωμα του γάτου, ως του μόνου πλάσματος το οποίον δύναται μεν να ημερωθή, όχι όμως και να υποδουλωθή.

Η συνέχεια εδώ.

Wednesday, November 30, 2011

Mark Twain | The Refuge of the Derelicts

That's the way with a cat, you know -- any cat; they don't give a damn for discipline. And they can't help it, they're made so. But it ain't really insubordination, when you come to look at it right and fair -- it's a word that don't apply to a cat. A cat ain't ever anybody's slave or serf or servant, and can't be -- it ain't in him to be. And so, he don't have to obey anybody. He is the only creature in heaven or earth or anywhere that don't have to obey somebody or other, including the angels. It sets him above the whole ruck, it puts him in a class by himself. He is independent. You understand the size of it? He is the only independent person there is. In heaven or anywhere else. There's always somebody a king has to obey -- a trollop, or a priest, or a ring, or a nation, or a deity or what not -- but it ain't so with a cat. A cat ain't servant nor slave to anybody at all. He's got all the independence there is, in Heaven or anywhere else, there ain't any left over for anybody else. He's your friend, if you like, but that's the limit -- equal terms, too, be you king or be you cobbler; you can't play any I'm-better-than-you on a cat -- no, sir! Yes, he's your friend, if you like, but you got to treat him like a gentleman, there ain't any other terms. The minute you don't, he pulls freight.

Monday, October 10, 2011

Βασίλης Βασιλικός | Οι γάτες της Rue d΄Ηauteville


"Αυτήν τη βδομάδα έχω δουλειές. Το αμπαλάρισμα είναι το Σάββατο. Μια αγωνία µε κατέχει αόριστη. Ο Βαλέριο (ο γάτος) στενάζει, όπως στέναζε και πριν από την επέμβαση. Είναι ένα παράπονο μοναχικού άντρα. Όπως το λέει κι ο Ελύτης στον «Αγράμματο και την Ωραία», σκόρπισε σπέρμα κι έσπειρε άστρα. Κάπως έτσι κι ο Βαλέριο, κοιτώντας τα άστρα, αναπολεί το σπέρμα του. Όχι, πρέπει να συνεχίσω την καταβύθιση. Νομίζω πως βρήκα μιαν άκρη, με τις στενωπούς που οδηγούν στη θάλασσα. Κάπου εκεί θα πρέπει να κρύβεται και το μυστικό μου. Στη θάλασσα τη βαθιά, την απέραντη, στη θάλασσα την πλατιά, τη μεγάλη."

Thursday, September 22, 2011

Rien ne va plus | Μαργαρίτα Καραπάνου (2)


Ο Αλκιβιάδης ήτανε κτηνίατρος. Παράξενο, γιατί δεν αγαπούσε τα ζώα. Δεν τα χάιδευε ποτέ. Τους δικούς μου σκύλους, δεν τους είχε χαϊδέψει ούτε μια φορά.

Αλλά όταν τους έκανε εγχείρηση, τους φερότανε με απόλυτη τρυφερότητα. Ηταν εκπληκτικός χειρούργος. Κι εκεί, στο ιατρείο του, έβλεπα μια μεγάλη αγάπη στα μάτια του, όταν ένα ζώο ξυπνούσε μετά τη νάρκωση, και είχε γλυτώσει το θάνατο.

Ετσι πάντα με κοιτούσε κι εμένα, μόλις είχαμε κάνει έρωτα. 

Κι εμένα, όπως τα ζώα, δεν με άγγιζε ποτέ όταν δεν ήμασταν στο κρεβάτι. Είχα συνδέσει, με μεγάλη τρυφερότητα, το κρεβάτι μας με το τραπέζι του χειρουργείου.

Τον Αλκιβιάδη, δεν τον κατάλαβα ποτέ, μέχρι το τέλος. Ούτε το τέλος κατάλαβα. Αλλά τον λάτρευα. Εμοιαζα με το σκυλί που το πάνε επίσκεψη στον κτηνίατρο, και που λατρεύει και φοβάται συγχρόνως τον γιατρό του.

Τώρα, κοιτώντας πίσω, βλέπω πως η αγάπη μου για τον Αλκιβιάδη, στην αρχή, έμοιαζε πολύ με την αγάπη ενός φοβισμένου ζώου που περιμένει στον προθάλαμο του κτηνίατρου.

Ο Αλκιβιάδης έκανε στο ιατρείο του μια επιτυχημένη επέμβαση στον γάτο του τον Καίσαρα. Για να μην του ξύνει ο γάτος του τις πολυθρόνες του ξερίζωσε όλα του τα νύχια. Σαν κι εμένα, ο Καίσαρας ήταν ευτυχισμένος, γιατί αγαπούσε τον Αλκιβιάδη. Το μόνο που με τρόμαζε, ήταν: Αν τόσκαγε ποτέ ο γάτος απ' το σπίτι, με τί νύχια θα μπορούσε να αμυνθεί στο δρόμο, αν συναντούσε άλλο γάτο; Αφησα τα δικά μου νύχια να μεγαλώσουν.

Tuesday, September 13, 2011

Φωτεινή Τσαλίκογλου | Η κόρη της Ανθής Αλκαίου

ΓΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ

Η πιο αγαπημένη από τις τρεις γάτες του Λευτεράκη, η Παρδαλή, ψόφησε. Την πάτησε ένα μοτοσακό κοντά στην πλατεία με το άγαλμα της Εύας. Ποιος θα το έλεγε τώρα του Λευτεράκη που ιδέα δεν είχε;

"Αφήστε εμένα", είπα. "Εγώ θέλω να του το πω".

Τι από όλα όμως να έκανα; Tρία πράγματα είχα στο μυαλό μου.

ΕΝΑ
Να το το πω. Ετσι όπως ακριβώς έγινε. "Ακου δω, Λευτεράκη. Η Παρδαλή ξεκοιλιάστηκε. Ξέχασέ τηνε. Πάει. Αμα θέλεις να τηνε δεις, σύρε στην πλατεία, είναι ακόμα εκεί".

ΔΥΟ
Να μην του πω τίποτα. Να νομίζει ότι η Παρδαλή έφυγε. Εφυγε για λίγο και κάποτε θα ξανάρθει.

ΤΡΙΑ
Επειδή ο Λευτεράκης είναι ηλίθιος και τίποτα δεν καταλαβαίνει, να βρω μια άλλη γάτα απο τη γειτονιά. Που να μοιάζει, όχι και πολύ, ακόμα και λίγο να μοιάζει με την Παρδαλή, και να του πω: "Nα! Εδώ είναι η γάτα σου, η Παρδαλή!"

Επειτα ομως για καλύτερο σκέφτηκα κάτι άλλο. Να περιμένω πότε θα αρχίσει ο Λευτεράκης να γυρεύει τη γάτα του και να φωνάζει: "Παρδαλή, Παρδαλή, πού τρύπωσες μωρή, πάλι;" Κι εγώ  να απορήσω και σαστισμένα να του πω: "Mα τι λες τώρα, Λευτεράκη, το έχασες τελείως το μυαλό σου; Ποια είναι πάλι αυτή η Παρδαλή που γυρεύεις; Πού σου κατέβηκε το όνομα Παρδαλή; Δεν υπάρχει τέτοια γάτα. Οι γάτες σου είναι δύο και τις λένε Γκριζούλα και Ψιψί. Το ξέχασες;"

Tuesday, July 12, 2011

Θεόφιλος Γκοτιέ | Οι λευκές και οι μαύρες δυναστείες

«…Της άρεσαν τα αρώματα. Έχωνε με πάθος τη μύτη της μέσα σε μπουκέτα λουλουδιών κι έγλειφε την άκρη ενός αρωματισμένου μαντηλιού με μικρούς ηδονικούς παροξυσμούς. Της άρεσε να περπατάει πάνω στο τραπέζι της τουαλέτας και να μυρίζει τα πώματα από τα μπουκάλια των αρωμάτων, και πρόθυμα θα χρησιμοποιούσε τη ροζ πούδρα προσώπου, αν της το επέτρεπαν…»

Sunday, July 3, 2011

Ντίνος Χριστιανόπουλος | Οι γάτες του σπιτιού μας

Αντί να σας πω λίγα λόγια για τα ποιήματά μου, σκέφτηκα να σας μιλήσω για τα γατιά μου. Νομίζω ότι δεν θα είναι και άσκημα, στο κάτω κάτω ανάλογα με τις αγάπες μας καταλαβαίνει κανείς και το τι είμαστε. Και χώρια που, μιλώντας για ποιήματα, γλιστράμε σε κουλτουριάρικες αναλύσεις και θεωρίες, ενώ μιλώντας για γατιά, θέλοντας και μη, δεν ξεφεύγουμε απ' την ίδια τη ζωή. Καλύτερα λοιπόν ιστορίες από τη ζωή παρά αναλύσεις για την τέχνη.

Εμείς στο σπίτι μας αγαπούσαμε ανέκαθεν τα γατιά. Οι γονείς μου ήρθαν το 1924 ανταλλάξιμοι από την Κωνσταντινούπολη. Η μητέρα μου έφερε μαζί της και την αγαπημένη της σκυλίτσα, τη Λιλίκα. Η Λιλίκα έζησε κάμποσα χρόνια, ως το 1931 που γεννήθηκα. Τότε ένα αυτοκίνητο την πάτησε μπροστά στα μάτια της μητέρας μου. Η μητέρα μου υπέφερε πολύ απ' αυτό το ατύχημα· από τότε δε θέλησε να πάρει άλλο σκυλί, και το έριξε στα γατιά. Ετσι λοιπόν, από το 1931 και μετά, στην οικογένειά μας η μία γάτα διαδεχόταν την άλλη. Μέσα σ' ένα κλίμα αγάπης και στοργής προς τα γατιά μεγάλωσα κι εγώ, και μάλιστα με πολλή χαρά κοιμόμουνα αγκαλιά μαζί με τα μικρά γατάκια, ενώ στο κρεβάτι των γονιών μου, και μάλιστα στα πόδια τους, συνήθιζε να κοιμάται η μεγάλη γάτα. Αυτή τη συνήθεια την κρατώ ως σήμερα: το μικρό στην αγκαλιά, η μεγάλη στα πόδια μου.

Ως τη γερμανική κατοχή τα γατιά μας πήγαιναν καλά. Αλλά το 1942 που έπεσε μεγάλη πείνα και κοντέψαμε να πεθάνουμε όλοι μας, φυσικά τα πρώτα που πέθαναν ήταν τα ζωντανά μας, πρώτα τα καναρίνια μας και μετά οι δύο γάτες μας. Οσο σκληρή και να ήταν η εποχή, είχαμε ακόμη αρκετή τρυφερότητα για να θρηνήσουμε αυτές τις απώλειες. Θυμούμαι μάλιστα ότι στο σπίτι που μέναμε, στην οδό Φλωρίνης, ο πατέρας μου έθαψε τα γατιά και τα καναρίνια στο υπόγειό μας. Το 1944, και πριν ακόμη φύγουν οι Γερμανοί, πήραμε πάλι μια γάτα, που οι απόγονοί της έζησαν μαζί μας πάνω από είκοσι χρόνια. Το 1963, όταν έγινε η διάνοιξη της οδού Αγίου Δημητρίου, το σπίτι μας βγήκε επάνω στον δρόμο και ο νοικοκύρης μας το έδωσε με αντιπαροχή. Τότε αναγκαστήκαμε να φύγουμε, και μάλιστα αρκετά μακριά, στην Κάτω Τούμπα, όπου είχαμε συγχωριανές της μητέρας μου και μας ήθελαν να είμαστε όλοι κοντά. Και πήγαμε, αλλά δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, αφήσαμε τα γατιά μας στο παλιό σπίτι, κάτι που μου κόστισε πολύ.

Στην Κάτω Τούμπα μείναμε δέκα χρόνια σε μια ειδυλλιακή μονοκατοικία, ή μάλλον σε ένα κουκλόσπιτο, με κηπάκι που ήταν από την πίσω μεριά. Εκεί βρήκαμε μια νέα γατούλα, την Τζούλη. Αυτή έζησε δεκαεξίμισι χρόνια και την πήραμε μαζί μας στο απέναντι ωραίο δίπατο, όπου μετακομίσαμε, όταν το κουκλόσπιτο έπεσε κι αυτό με τη σειρά του θύμα της αντιπαροχής. Η Τζούλη δεν έφευγε απ' την αγκαλιά της μητέρας μου και της έκανε συντροφιά όταν εγώ έλειπα στη δουλειά. Τη γατούλα αυτή την αγαπούσαμε πάρα πολύ, γιατί ήταν τυφλή, και γι' αυτό νιώθαμε μεγάλη τρυφερότητα γι' αυτήν. Η Τζούλη πέθανε λίγο καιρό πριν να πεθάνει η μάνα μου και την πήρα και την έθαψα στο κτήμα του Καλού. Το κτήμα του Καλού είναι ένα τεράστιο κτήμα, σχεδόν εγκαταλειμμένο, ανάμεσα Ανω και Κάτω Τούμπα. Εκεί ανακάλυψα σε μια γωνιά ένα μέρος πολύ κατάλληλο για να τη θάψω, έσκαψα σε σκληρό χώμα που από πάνω είχε πολλά ξερόκλαδα, και έτσι κανείς δεν μπορούσε να ανακαλύψει το μέρος. Από τότε εκεί έθαβα όλα τα γατιά μου, όταν πέθαιναν, και μέσα στα είκοσι επτά χρόνια που μείναμε συνολικά στην Τούμπα έθαψα επτά γατιά. Αυτό ήταν το νεκροταφείο των γατιών μου, που το αγάπησα όσο και τα σπίτια που έζησα.

Λίγο μετά την Τζούλη πέθανε και η μητέρα μου, τον Νοέμβριο του 1981. Τη θάψαμε στη Μαλακοπή, που είναι το ωραιότερο και συμπαθητικότερο νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης. Ηταν ένα ωραίο απόγευμα, χειμωνιάτικο αλλά φωτεινό και ευχάριστο, και μαζευτήκαμε όλοι οι φίλοι, μια και δεν υπήρχαν συγγενείς, για την κηδεία. Εκεί που περιμέναμε στο νεκροστάσιο, κι εγώ ήμουν πολύ θλιμμένος και βουρκωμένος, ξαφνικά εμφανίζεται μια ωραία γατούλα, από τις πολλές που περιέτρεχαν το νεκροταφείο, και έρχεται και στέκεται δίπλα μου σοβαρή σοβαρή. Οταν ξεκίνησε η μικρή πομπή από το νεκροστάσιο για να πάμε στο εκκλησάκι για τη νεκρώσιμη ακολουθία, η γατούλα με συνόδευε από δίπλα μου, χωρίς ούτε να χαϊδολογιέται ούτε να νιαουρίζει. Διανύσαμε μαζί καμιά διακοσαριά μέτρα και, μόλις φτάσαμε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, με εγκατέλειψε και εξαφανίστηκε. Αναρωτιόμουν πώς εμφανίστηκε αυτή η γάτα σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή και πώς προχωρούσε σιγά σιγά στον ρυθμό της μικρής πομπής για να με συνοδεύσει. Μου φάνηκε ότι είχε 'ρθεί για να με παρηγορήσει, γιατί κανείς συγγενής δεν υπήρχε για να με συνοδεύσει, και ήτανε ίσως η μόνη ύπαρξη που θα μπορούσε να μου κάνει συντροφιά εκείνη την ώρα. Επίσης έκανα και τη σκέψη μήπως η ωραία αυτή γατούλα είχε εμφανιστεί για να αποχαιρετήσει τη μητέρα μου σαν εκπρόσωπος όλων των γατιών της Θεσσαλονίκης, τα οποία με αυτό τον τρόπο αναγνώριζαν τα πενήντα χρόνια της αγάπης και της στοργής που τους είχε δείξει η μητέρα μου. Οταν έφυγε η γάτα, πρόσεξα ότι ακόμη και το ηλιοβασίλεμα εκείνο το σούρουπο ήταν πολύ φαντασμαγορικό και εξαίσιο, και επιπλέον πολύ κοντά στο νεκροταφείο ακούγονταν κάτι ωραιότατα ρεμπέτικα. Λοιπόν, η συντροφιά της γατούλας, το ωραίο ηλιοβασίλεμα και τα ωραία ρεμπέτικα μου 'δωσαν τόση χαρά και τόση αισιοδοξία που ξέχασα το βούρκωμά μου και άρχισα και σκέφτομαι πως δεν μπορεί όλα να σταματούνε εδώ· οπωσδήποτε κάτι υπάρχει, η ζωή συνεχίζεται και από την άλλη πλευρά του λόφου.

Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, και πάλι δεν μου έλειψαν οι γάτες. Σε λίγο καιρό ήρθε και με πλησίασε μια ξένη γάτα από έξω, τρίφτηκε στα πόδια μου, χαϊδεύτηκε, γίναμε φίλοι, και έμεινε στο σπίτι μας. Αυτή ήταν η Τσογλανίτσα. Η Τσογλανίτσα ήταν χαριτωμένη, μου έκανε πολλή παρέα, με αγαπούσε και την αγαπούσα, ζήσαμε μαζί κάμποσα χρόνια και μου γέννησε τρία γατάκια, αρσενικά και τα τρία, που τους έδωσα βιβλικά ονόματα: ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Ιεχονίας. Ενα χρόνο μετά η γατούλα πέθανε από μια ακατάσχετη αιμορραγία στην κοιλιά της. Τυραννίστηκε μια ολόκληρη νύχτα και το πρωί τη βρήκα πεθαμένη. Την έκλαψα πολύ και πήγα και την έθαψα μαζί με το άλλο γατάκι. Γι' αυτήν έγραψε ένα διήγημα ο Περικλής Σφυρίδης.

Εμειναν τα τρία γατιά, που παίζαν στο σπίτι και μου έδιναν πολλή χαρά. Ο Ανανίας, που για πλάκα τον φώναζα και Αυνανία, ήταν ένα ωραίο και πανέξυπνο γατάκι. Του άρεζε να κάθεται στο γραφείο μου και να μου ανακατώνει με τα νυχάκια του τα χαρτιά. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να το χαρώ πολύ, γιατί ένα απόγευμα κάποια παλιόπαιδα της γειτονιάς, για να το ξαφνιάσουν και να το κάνουν να τρομάξει, το έσπρωξαν σε έναν λάκκο με σβησμένο ασβέστη και το γατί έπεσε μέσα. Ετρεξα και το έβγαλα αμέσως, αλλά είχε υποστεί φοβερά εγκαύματα. Ο,τι και να έκανα, ό,τι αλοιφές και να του έβαλα, μέσα σε μια βδομάδα πέθανε. Το δεύτερο γατί, ο Αζαρίας, ήταν το αντίθετο, ένα πολύ κουτό πλάσμα και πολύ του δρόμου, τριγυρνούσε από το πρωί ως το βράδυ έξω και δεν πολυερχόταν στο σπίτι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν το αγαπούσα. Ο Αζαρίας είχε κι αυτός κακό τέλος. Ενα απόγευμα που περιφερόταν στη γειτονιά εμφανίστηκαν δύο αληταράδες με δύο μαντρόσκυλα, το γατί τρόμαξε και ανέβηκε επάνω σε ένα δεντράκι του δήμου για να σωθεί, αλλά αυτοί είχαν πολύ κακές διαθέσεις. Αμόλυσαν τα σκυλιά κάτω από το δέντρο και οι ίδιοι κουνούσαν το δέντρο, για να τρομάξει το γατί, να κατεβεί και να το αρπάξουν οι σκύλοι. Κατατρομαγμένος έτρεξα για να το σώσω, αλλά ήταν αργά. Το γατί στην απελπισία του έδωσε ένα τεράστιο σάλτο από την κορφή του δέντρου για να φύγει τρέχοντας και να γλιτώσει, αλλά δυστυχώς το ένα από τα δύο σκυλιά το πρόλαβε και του έμπηξε τα δόντια στην κοιλιά και του 'βγαλε τα άντερα απ' έξω. Ηταν τραγικό. Οι δύο νεαροί με τα σκυλιά έφυγαν θριαμβολογώντας, λες και είχαν κάνει κανένα ανδραγάθημα. Εγώ πήρα το φουκαριάρικο το ζώο με χυμένα τα άντερα, το πήγα στο σπίτι, αλλά δεν υπήρχε σωτηρία. Και το ότι άντεξε σ' αυτή την κατάσταση μια ολόκληρη εβδομάδα ήταν πολύ. Ο τρίτος, ο Ιεχονίας, έζησε σε βαθιά γεράματα. Στο τέλος της ζωής του άρχισε να χάνει το φως του. Ηδη ήταν από το ένα μάτι εντελώς τυφλός και από το άλλο μάτι έβλεπε παρά πολύ λίγο. Εγώ χαϊδευτικά τον φώναζα Γκαβό και ένιωθα γι' αυτόν μεγάλη τρυφερότητα, όπως και για το παλιό μας γατάκι, την Τζούλη, που ήταν από μικρή τυφλή.


Friday, May 13, 2011

Charles Bukowski | Women

"Pain is strange. A cat killing a bird, a car accident, a fire.... Pain arrives, BANG, and there it is, it sits on you. It's real. And to anybody watching, you look foolish. Like you've suddenly become an idiot. There's no cure for it unless you know somebody who understands how you feel, and knows how to help." 

Wednesday, April 27, 2011

Colette | The Cat

As soon as he turned out the light, the cat began to trample delicately on her friend's chest. Each time she pressed down her feet, one single claw pierced the silk of the pyjamas, catching the skin just enough for Alain to feel an uneasy pleasure.

"Seven more days, Saha", he sighed.

In seven days and seven nights he would begin a new life in new surroundings with an amorous and untamed young woman. He stroked the cat's fur, warm and cool at the same time and smelling of clipped box, thuya and lush grass. She was purring full-throatedly and, in the darkness, she gave him a cat's kiss, laying her damp nose for a second under Alain's nose between his nostrils and his lip. A swift, immaterial kiss which she rarely accorded him.

Monday, April 25, 2011

William S. Burroughs – “Last Words: 7/30/97″

“There is no final enough of wisdom, experience- any fucking thing. No Holy Grail, No Final Satori, no solution. Just conflict.
Only thing that can resolve conflict is love, like I felt for Fletch and Ruski, Spooner, and Calico. Pure love. What I feel for my cats past and present.
Love? What is it?
Most natural painkiller what there is.
LOVE.”

Saturday, April 23, 2011

Arthur Conan Doyle | The Brazilian Cat

It is hard luck on a young fellow to have expensive tastes, great expectations, aristocratic connections, but no actual money in his pocket, and no profession by which he may earn any. The fact was that my father, a good, sanguine, easy-going man, had such confidence in the wealth and benevolence of his bachelor elder brother, Lord Southerton, that he took it for granted that I, his only son, would never be called upon to earn a living for myself. He imagined that if there were not a vacancy for me on the great Southerton Estates, at least there would be found some post in that diplomatic service which still remains the special preserve of our privileged classes. He died too early to realize how false his calculations had been. Neither my uncle nor the State took the slightest notice of me, or showed any interest in my career. An occasional brace of pheasants, or basket of hares, was all that ever reached me to remind me that I was heir to Otwell House and one of the richest estates in the country. In the meantime, I found myself a bachelor and man about town, living in a suite of apartments in Grosvenor Mansions, with no occupation save that of pigeon-shooting and polo-playing at Hurlingham. Month by month I realized that it was more and more difficult to get the brokers to renew my bills, or to cash any further post-obis upon an unentailed property. Ruin lay right accross my path, and every day, I saw it clearer, nearer, and more absolutely unavoidable.


Continue here.

Franz Kafka | A Little Fable

"Alas," said the mouse, "the whole world is growing smaller every day. At the beginning it was so big that I was afraid, I kept running and running, and I was glad when I saw walls far away to the right and left, but these long walls have narrowed so quickly that I am in the last chamber already, and there in the corner stands the trap that I must run into."

"You only need to change your direction", said the cat, and ate it up.

Franz Kafka


Μικρός μύθος
«Αχ», είπε ο ποντικός,
«μικραίνει ο κόσμος κάθε μέρα.
Μεγάλος ήταν στην αρχή,
κι εγώ τον έτρεμα,
έφευγα κι ήμουν τυχερός,
που έβλεπα από μακριά
τοίχους δεξιά κι αριστερά,
γρήγορα όμως να συναντιούνται,
κι εγώ στο τελευταίο να βρίσκομαι δωμάτιο,
και στη γωνιά μπροστά μου η φάκα».
«Απλά πρέπει να στρίψεις»,
είπε στον ποντικό η γάτα
και τον κατάπιε.


(ποιητική απόδοση)

Monday, April 11, 2011

Ουίλιαμ Μπάροουζ | Η γάτα μέσα μας

"Αυτό το βιβλίο για τις γάτες είναι μια αλληγορία, στην οποία η περασμένη ζωή του συγγραφέα παρουσιάζεται μπροστά του σαν παντομίμα με γάτες. Οι γάτες βέβαια δεν είναι μαριονέτες. Κάθε άλλο. Είναι ολοζώντανα πλάσματα, και όταν αποκτάς επαφή με ένα άλλο πλάσμα θλίβεσαι: γιατί συνειδητοποιείς τους περιορισμούς, τον πόνο και το φόβο και τον τελικό θάνατο. Αυτό σημαίνει επαφή. Αυτό αντιλαμβάνομαι όταν αγγίζω μια γάτα και συνειδητοποιώ ότι τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου."

Sunday, March 20, 2011

Leonore Fleischer | The Cat's Pajamas


When God made the world, He chose to put animals in it, and decided to give each whatever it wanted. All the animals formed a long line before His throne, and the cat quietly went to the end of the line. To the elephant and the bear He gave strength, to the rabbit and the deer, swiftness; to the owl, the ability to see at night, to the birds and the butterflies, great beauty; to the fox, cunning; to the monkey, intelligence; to the dog, loyalty; to the lion, courage; to the otter, playfulness. And all these were things the animals begged of God. At last he came to the end of the line, and there sat the little cat, waiting patiently. "What will YOU have?" God asked the cat.
The cat shrugged modestly. "Oh, whatever scraps you have left over. I don't mind."
"But I'm God. I have everything left over."
"Then I'll have a little of everything, please."
And God gave a great shout of laughter at the cleverness of this small animal, and gave the cat everything she asked for, adding grace and elegance and, only for her, a gentle purr that would always attract humans and assure her a warm and comfortable home.
But he took away her false modesty.

Thursday, March 17, 2011

Ουίλιαμ Μπάροουζ | Η γάτα μέσα μας


.....Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι γάτες εξημερώθηκαν για πρώτη φορά στην Αίγυπτο. Οι Αιγύπτιοι αποθήκευαν δημητριακά, που προσήλκυαν τα τρωκτικά, που προσήλκυαν τις γάτες. Δεν πιστεύω ότι τα στοιχεία αυτά είναι ακριβή. Σίγουρα δεν μας δείχνουν όλη την εικόνα. Οι γάτες δεν είχαν εξαρχής το ρόλου του κυνηγού ποντικών. Οι νυφίτσες και τα φίδια και οι σκύλοι είναι πιο αποτελεσματικοί σε αυτή τη δουλειά. Θεωρώ δεδομένο ότι οι γάτες έπαιζαν εξαρχής ρόλο ψυχικών συντρόφων, αγαθών δαιμονίων, και δεν τον αποποιήθηκαν ποτέ.

Οι σκύλοι είχαν εξαρχής το ρόλο φρουρών. Και αυτό εξακολουθεί να είναι το κύριο καθήκον τους στις φάρμες και τα χωριά, να ειδοποιούν αν πλησιάσει κάποιος, ως κυνηγοί και φύλακες, και γι' αυτό μισούν τις γάτες.

"Εμείς προσφέρουμε τόσες υπηρεσίες, ενώ οι γάτες το μόνο που κάνουν είναι να χουζουρεύουν εδώ κι εκεί και να γουργουρίζουν. Κυνηγούν ποντίκια; Ναι, τους παίρνει μισή ώρα για να σκοτώσουν ένα ποντικάκι. Το μόνο που κάνουν οι γάτες είναι να γουργουρίζουν και να αποσπούν την προσοχή του Αφέντη από την τίμια κοπρίτικη φάτσα μου. Και το χειρότερο είναι ότι δεν ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος".

Η γάτα δεν προσφέρει υπηρεσίες. Η γάτα προσφέρει τον εαυτό της. Φυσικά και απαιτεί φροντίδα και προστασία. Κανείς δεν προσφέρει την αγάπη του δωρεάν. Οπως όλα τα αγνά πλάσματα, έτσι και οι γάτες είναι πρακτικές. Για να καταλάβεις ένα πανάρχαιο ερώτημα, αρκεί να το μεταφέρεις στον παρόντα χρόνο. Η συνάντησή μου με τον Ράσκι και η μεταστροφή μου σε γατόφιλο αναπαριστά τη σχέση ανάμεσα στις πρώτες κατοικίδιες γάτες και στους ανθρώπους που τις προστάτευσαν.

Tuesday, March 1, 2011

Κολέτ | Τo σπίτι της Κλωντίν

«Δεν είναι παρά ένα νεαρό γατί, γιος κάποιου ριγέ γάτου. Φέρει στο τρίχωμά του τις ραβδώσεις της ράτσας του, τα αρχαία σημάδια του άγριου προγόνου. Το αίμα της μάνας του, όμως, σκόρπισε πάνω στις ρίγες του ένα αφράτο και γαλαζωπό πέπλο από μακριές τρίχες, αψηλάφητο σαν διάφανη γάζα Περσίας. Θα γίνει όμορφο, λοιπόν, είναι κιόλας γοητευτικό. Προσπαθούμε να το βγάλουμε Καμαραλζαμάν – εις μάτην, γιατί η καμαριέρα κι η μαγείρισσα, γυναίκες προικισμένες με κοινή λογική, μεταφράζουν το Καμαραλζαμάν σε Μουμού».